ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΤΕΛ

ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ
246. Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ.Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001. ……………… 1
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 246 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001.

4. Οδηγός:

Διευθύνει την κίνηση και λειτουργία των λεωφορείων και ειδικότερα:

α) Φροντίζει για την κανονική και ασφαλή οδήγηση του λεωφορείου και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για κάθε υπαίτια και μόνο βλάβη ή φθορά του λεωφορείου.

β) Τηρεί τις διατάξεις που αφορούν την κυκλοφορία και ασφάλεια του λεωφορείου και θέτει σε λειτουργία το σύστημα ψύξης ή θέρμανσης ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και εφόσον δεν αντιδρά στη λειτουργία αυτού ομάδα επιβατών.

γ) Καταβάλλει κάθε προσπάθεια να επιδιορθώσει, επιτόπου, βλάβη του λεωφορείου, που επήλθε την ώρα της υπηρεσίας του, ώστε αυτό να μπορεί να επαναλειτουργήσει άμεσα. Αν η βλάβη δεν είναι δυνατόν να επιδιορθωθεί επιτόπια, είναι υποχρεωμένος να το κάνει αυτό γνωστό στο Σταθμάρχη της γραμμής στην οποία κυκλοφορεί το λεωφορείο, αλλά και στον ιδιοκτήτη του λεωφορείου. Αν η ανεύρεση του ιδιοκτήτη δεν είναι δυνατή, τότε γνωστοποιεί τη βλάβη στο συνεταιρισμό στον οποίο ο ιδιοκτήτης είναι μέλος. Αν τυχόν συμβεί ατύχημα, είναι υποχρεωμένος να υποβάλει δήλωση για τις συνθήκες του ατυχήματος στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, φροντίζοντας να συγκεντρώσει κάθε αποδεικτικό στοιχείο με τη βοήθεια και του εισπράκτορα (συνθήκες ατυχήματος, στοιχεία μαρτύρων κ.λπ.) και σε περίπτωση τραυματισμού ειδοποιεί τις αρμόδιες αστυνομικές και υγειονομικές αρχές.

δ) Φροντίζει για τον κανονικό εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμα, λιπαντικά, έλαια μηχανής και νερό και προβαίνει τακτικά στην επιθεώρησή τους για την διαπίστωση της ασφαλούς κυκλοφορίας του.

ε) Ελέγχει την καθαριότητα του λεωφορείου κατά την ώρα υπηρεσίας του και υποχρεούται να αναφέρει κάθε παράλειψη στο σταθμάρχη.

στ) Υποχρεούται, κατά την ώρα της υπηρεσίας του, να φέρει την υπηρεσιακή στολή, να τοποθετεί το πινακίδιο της ταυτότητάς του στην καθορισμένη θέση, να αλλάζει την πληροφοριακή πινακίδα του λεωφορείου που είναι χωρίς εισπράκτορα, να μην καπνίζει στη διαδρομή του λεωφορείου, να μην απομακρύνεται από τη θέση του σ’ όλη την ώρα που διαρκεί η υπηρεσία του και να μη συνομιλεί με τον εισπράκτορα και τους επιβάτες.

ζ) Τηρεί γενικά τις σχετικές με τα καθήκοντά του αποφάσεις του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, τις αστυνομικές διατάξεις και τις εντολές και οδηγίες των αρμόδιων οργάνων της εταιρείας, ως και τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τον παρόντα Κανονισμό.

η) Εκτελεί επακριβώς τα οριζόμενα τακτικά και έκτακτα δρομολόγια και αναφέρει στο σταθμάρχη την τυχόν ύπαρξη και μη εξυπηρέτηση αναμενόντων επιβατών στις ενδιάμεσες στάσεις.

θ) Υποχρεούται να εκτελεί κάθε δρομολόγιο, το οποίο υποδεικνύουν τα αρμόδια όργανα του ΚΤΕΛ.

ι) Ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελεί, καθ’ οδόν, και χρέη εισπράκτορα. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αποζημίωση όπως καθορίζεται κάθε φορά στις Σ.Σ.Ε. Επίσης είναι υποχρεωμένος, όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας, να πληρώνει διόδια και ναύλο με δαπάνες του ΚΤΕΛ.

ια) Σε περίπτωση βλάβης εκδοτικού − ακυρωτικού μηχανήματος λεωφορείου κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, ο οδηγός υποχρεούται να εκδόσει ή ακυρώσει τα εισιτήρια των επιβατών.

5. Εισπράκτορας:

α) Φροντίζει για την, κανονική και τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο και την τήρηση της τάξης

μέσα σ’ αυτό, συνεπικουρούμενος στην ανάγκη και από Αστυνομικά όργανα, την επέμβαση των οποίων

υποχρεούται να ζητεί όταν ο ίδιος δεν δύναται να τηρήσει την τάξη εντός του λεωφορείου.

β) Απαγγέλλει ανελλιπώς τις στάσεις των λεωφορείων και δίδει έγκαιρα στον οδηγό τα ανάλογα με την κίνηση σήματα.

γ) Εκδίδει και χορηγεί τα κανονικά εισιτήρια σε όσους δεν έχουν εισιτήριο και φορτοεκφορτώνει τις αποσκευ− ές των επιβατών και ασυνόδευτων δεμάτων κατά τη διάρκεια του εκτελούμενου δρομολογίου.

δ) Ελέγχει τις μηνιαίες κάρτες, τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας ή μειωμένης τιμής κομίστρου, καταχωρεί ό,τι υποχρεούται στο φύλλο πορείας και το αποδίδει υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία του ΚΤΕΛ. Τα χορηγούμενα εισιτήρια εκδίδονται αποκλειστικά από τα στελέχη που αναγράφονται στο δελτίο ελέγχου εισιτηρίων. Η χρήση εισιτηρίων, των οποίων το στέλεχος δεν αναγράφεται στο δελτίο ελέγχου, απαγορεύεται αυστηρά. Ο εισπράκτορας είναι υπεύθυνος για κάθε απώλεια εισιτηρίων. Σε περίπτωση απώλειας εισιτηρίων υποχρεούται να καταβάλει στο ΚΤΕΛ το αντίτιμο της αξίας του χάρτου, καθώς και της δαπάνης εκτύπωσης αυτού και, εφόσον διαπιστωθεί μετά από έρευνα του ΔΣ ή άλλου αρμόδιου οργάνου του ΚΤΕΛ, ότι η απώλεια αυτή έγινε από πρόθεση ή αδικαιολόγητη αμέλεια, λαμβανομένων υπόψη του ήθους και της όλης συμπεριφοράς αυτού, δύναται με απόφαση του Δ.Σ. να υποχρεωθεί να καταβάλει στο ΚΤΕΛ το αντίτιμο της αξίας των απολεσθέντων εισιτηρίων.

ε) Καταχωρεί στο ατομικό δελτίο ελέγχου εισιτηρίων:

αα) Κατά την αναχώρηση του λεωφορείου, σε εκτέλεση οποιασδήποτε διαδρομής, την ώρα αναχώρησης.

ββ) Την διαδρομή που εκτελεί το λεωφορείο.

γγ) Τον αριθμό του τελευταίου αδιάθετου εισιτηρίου κάθε διαδρομής στην αφετηρία και το τέρμα κάθε διαδρομής, ως και στα οριζόμενα ενδιάμεσα σημεία της διαδρομής από τα αρμόδια όργανα του ΚΤΕΛ.

δδ) Παραδίδει τις εισπράξεις του λεωφορείου, καθώς και τα φύλλα πορείας, σε υπάλληλο του ΚΤΕΛ, που έχει ορισθεί για το έργο αυτό στις ημέρες, ώρες και τόπο που ορίζονται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. ή άλλο αρμόδιο όργανο του οικείου ΚΤΕΛ.

στ) Εκτελεί τις εντολές των Προϊσταμένων του, εκδίδει εισιτήρια σε περισσότερα του ενός λεωφορεία, αλλάζει λεωφορεία καθ’ οδόν, σε πολυσύχναστα σημεία, που καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ.

ζ) Μεριμνά, κατά τον χρόνο της υπηρεσίας, για την τήρηση της καθαριότητας στο εσωτερικό του λεωφορείου (υαλοπινάκων, καθισμάτων, τοιχωμάτων και δαπέδου). Το λεωφορείο παραλαμβάνεται από το χώρο σταθμεύσεως καθαρό από την προηγούμενη βάρδια και η καθαριότητα στο εσωτερικό αυτού γίνεται από αυτόν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο τέρμα και την αφετηρία των γραμμών.

η) Υποχρεούται να συμπεριφέρεται ευγενώς προς το επιβατικό κοινό.

θ) Παρέχει στον οδηγό κάθε βοήθεια, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ιδιαίτερα προκειμένου για επιδιόρθωση επιτόπιας βλάβης του λεωφορείου την ώρα πραγματοποίησης του δρομολογίου.

ι) Είναι υποχρεωμένος, την ώρα της υπηρεσίας, να φέρει την υπηρεσιακή στολή, να μην καπνίζει κατά τη διαδρομή του λεωφορείου, να μην απομακρύνεται από την υπηρεσία του και να μην συνομιλεί με τον οδηγό και τους επιβάτες, τους οποίους δεν πρέπει να ενοχλεί.

ια) Γενικά υποχρεούται να τηρεί τις σχετικές με τα καθήκοντά του αποφάσεις του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, τον παρόντα Κανονισμό και τις εντολές και οδηγίες των αρμοδίων οργάνων του ΚΤΕΛ, δίνει πληροφορίες στο επιβατικό κοινό και παρέχει πάσα διευκόλυνση στους έχοντες ανάγκη επιβάτες, ειδικά για τις στάσεις των λεωφορείων και την εκτελούμενη διαδρομή.

Άρθρο 11
Γενικά καθήκοντα και υποχρεώσεις προσωπικού.

1. Όλο το προσωπικό, που διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, έχει τις ακόλουθες, ενδεικτικά αναφερόμενες, υποχρεώσεις:

α) Είναι υποχρεωμένο να γνωρίζει τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, τις κοινοποιούμενες εγκυκλίους και υπηρεσιακές οδηγίες και να εκτελεί με ακρίβεια και χωρίς αντιρρήσεις τα καθήκοντα που ανατίθενται σ’ αυτό και τις εντολές των προϊσταμένων του, που δίδονται μέσα στα όρια των ισχυουσών διατάξεων και του παρόντος Κανονισμού.

β) Κάθε φορά που το προσωπικό βρεθεί στην ανάγκη, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για την αντιμετώπιση επικείμενου κινδύνου, να πάρει με προσωπική του ευθύνη και μέτρα που είναι αντίθετα στις υπηρεσιακές οδηγίες, οφείλει να το αναφέρει αμέσως στον Προϊστάμενό του.

γ) Κάθε προϊστάμενος είναι υπεύθυνος για την τήρηση της πρέπουσας συμπεριφοράς των υφισταμένων του και την ακριβή και κανονική διεξαγωγή της υπηρεσίας που τους ανατέθηκε και οφείλει να τους εποπτεύει και να τους νουθετεί ή παρατηρεί, ανάλογα με την περίπτωση και με τον προσήκοντα τρόπο, να προωθεί την ομαδική συνεργασία και συναδελφική αλληλεγγύη, αποφεύγοντας την επίδειξη εύνοιας προς ορισμένους ή την δημιουργία προσωπικών αντεγκλήσεων και να ενεργεί έτσι ώστε το προσωπικό, στο οποίο προΐσταται, να λαμβάνει κάθε φορά γνώση κάθε εκδιδόμενης εγκυκλίου, υπηρεσιακής οδηγίας, ανακοινώσεως και διαταγής και γενικά να λαμβάνει κάθε αναγκαίο και εφικτό μέτρο για την εκτέλεση της υπηρεσίας του.

δ) Να αναλαμβάνει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίλυση, σχετικών με το αντικείμενο της εργασίας του, προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με στόχο την βελτίωση των προσφερόμενων υπηρεσιών και την προάσπιση των συμφερόντων του ΚΤΕΛ.

ε) Το προσωπικό οφείλει επίσης:

αα) Να είναι ευγενικό και συνεργάσιμο προς τους συναδέλφους του.

ββ) Να συμπεριφέρεται κόσμια, αξιοπρεπώς και με πνεύμα εξυπηρέτησης προς το επιβατικό κοινό. Ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή επιδεικνύεται όταν πρόκειται για την εξυπηρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.

γγ) Να παραδίδει αμελλητί στα γραφεία του ΚΤΕΛ κάθε τι που ανευρίσκει μέσα στα λεωφορεία, στους σταθμούς, στις στάσεις και στις λοιπές εγκαταστάσεις του ΚΤΕΛ.

δδ) Το προσωπικό κινήσεως (οδηγοί και εισπράκτορες των αστικών λεωφορείων), έχει την υποχρέωση να εκτελεί το τελευταίο πριν λήξει η εργασία δρομολόγιο, έστω κι αν απαιτείται γι’ αυτό πρόσθετη εργασία, οπότε η αποζημίωση που του καταβάλλεται για την πρόσθετη αυτή απασχόληση μετά την λήξη της εργασίας του είναι προσαυξημένη σύμφωνα με την κάθε φορά ισχύουσα νομοθεσία.

2. Εργαζόμενος, που απασχολείται σε καθήκοντα διαφορετικά από τα καθήκοντα της θέσης στην οποία έχει ενταχθεί, ακολουθεί ως προς το ωράριο εργασίας και τις αναπαύσεις του τις διατάξεις που εφαρμόζονται στο προσωπικό της κατηγορίας στην οποία απασχολείται. Εφόσον αυτός αναλάβει εκ νέου καθήκοντα της οργανικής του θέσης, η απασχόλησή του παρέχεται πλέον με βάση τις διατάξεις περί χρόνου εργασίας και ανάπαυσης της θέσης αυτής.

3. Η προσέλευση κατά την έναρξη και η αποχώρηση κατά την λήξη της υπηρεσίας των εργαζομένων πρέπει να πιστοποιούνται.

4. Κατά την εκτέλεση της εργασίας σε δεδομένο αντικείμενο και εφόσον ο εργαζόμενος δεν απασχολείται ή δεν εξαντλεί το ωράριό του μπορεί να παρέχει και άλλες υπηρεσίες που καθορίζονται από τον Πρόεδρο του ΚΤΕΛ, χωρίς αυτό να αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας ή να γεννά δικαιώματα για προσαύξηση ή αποζημίωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Πειθαρχικές Διατάξεις

Άρθρο 16

Πειθαρχικά παραπτώματα

1. Κάθε παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, με πράξη ή παράλειψη, που είναι δυνατόν να καταλογισθεί, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

2. Ως υπηρεσιακό καθήκον νοείται κάθε υποχρέωση που απορρέει από:

α. Τις διατάξεις του ν. 2963/2001 και του παρόντος Κανονισμού.

β. Την ατομική σύμβαση εργασίας, τις αποφάσεις και εγκυκλίους που κάθε φορά ισχύουν, από τη φύση της εργασίας, καθώς και τη συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύει ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

3. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγεται όλο το τακτικό και έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, οι οδηγοί που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας με τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων − μετόχους των ΚΤΕΛ και οι οδηγοί ιδιοκτήτες λεωφορείων – μέτοχοι, που αυτοπροσώπως οδηγούν τα λεωφορεία τους.

Άρθρο 17
Πειθαρχικές Ποινές

1. Οι επιβαλλόμενες πειθαρχικές ποινές, αναλόγως της βαρύτητας και του είδους των πειθαρχικών παραπτωμάτων, είναι:

α. Γραπτή επίπληξη.

β. Πρόστιμο ενός τετάρτου (1/4) του ημερομισθίου για κάθε μέρα και μέχρι τρεις (3) ημέρες.

γ. Πρόστιμο ενός (1) έως δύο (2) ημερομισθίων.

δ. Αργία τριών (3) έως και πέντε (5) ημερών.

ε. Αργία έξι (6) έως και δεκαπέντε (15) ημερών.

στ. Αργία δεκαέξι (16) έως και τριάντα (30) ημερών.

ζ. Αργία τριάντα μιας (31) έως και εξήντα (60) ημερών.

η. Οριστική απόλυση.

2. Όσοι τιμωρούνται με ποινή αργίας, στερούνται τις αντίστοιχες ημέρες των αποδοχών τους και της ασφα− λιστικής τους κάλυψης. Ο χρόνος αυτός δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

3. Το πρόστιμο υπολογίζεται επί του συνόλου των κατά το χρόνο εκδόσεως της πειθαρχικής απόφασης

τακτικών αποδοχών του εργαζομένου ή του μερίσματος αντίστοιχα για τους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς – μετόχους, τα δε εκ των προστίμων εισπραττόμενα ποσά αποτελούν έσοδο του οικείου ΚΤΕΛ.

4. Για περισσότερα του ενός πειθαρχικά παραπτώματα, που συνεκδικάζονται, επιβάλλεται μία κατά συγχώνευση, ποινή.

Άρθρο 18
Ποινές κατά κατηγορία πειθαρχικών παραπτωμάτων

1. Η ποινή της γραπτής επίπληξης επιβάλλεται για:

α. Απλής μορφής παραβάσεις στην εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων, που δεν προκαλούν κίνδυνο στην ασφάλεια των μεταφορών ή βλάβη στα συμφέροντα του ΚΤΕΛ ή διατάραξη της εύρυθμης κυκλοφορίας των λεωφορείων.

β. Αδικαιολόγητη αναβολή στην εκτέλεση των εντολών ή οδηγιών που δίνουν οι αρμόδιοι Προϊστάμενοι και εφόσον δεν προκλήθηκε βλάβη στα συμφέροντα του ΚΤΕΛ ή αρνητική επίπτωση στην εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού.

γ. Ανάρμοστη συμπεριφορά σε συνάδελφο.

2. Η ποινή του προστίμου ενός τετάρτου (.) του ημερομισθίου για κάθε ημέρα και μέχρι τρεις (3) μέρες επιβάλλεται για:

α. Υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο έχει επιβληθεί η ποινή της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών από την επιβολή της ποινής αυτής.

β. Ανάρμοστη συμπεριφορά σε επιβάτη .

γ. Μη έγκαιρη ειδοποίηση της υπηρεσίας σε περίπτωση κωλύματος για εργασία.

δ. Παραμέληση της καλής και ευπρεπούς εμφάνισης.

ε. Αμέλεια ή αδιαφορία στην εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων, από την οποία θα μπορούσε να προκληθεί σοβαρή ανωμαλία στην υπηρεσία.

στ. Αδικαιολόγητη βραδεία προσέλευση ή πρόωρη αποχώρηση από την υπηρεσία.

ζ. Κάπνισμα εντός του λεωφορείου κατά την εκτέλεση του δρομολογίου.

3. Η ποινή του προστίμου μιας (1) έως δύο (2) ημερών επιβάλλεται για:

α. Υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών από την επιβολή της ποινής αυτής.

β. Αδικαιολόγητη απουσία μιας (1) ημέρας.

γ. Απασχόληση οποιουδήποτε ιεραρχικά κατώτερου από ανώτερο σε εργασίες ξένες προς το ΚΤΕΛ.

δ. Εκτέλεση υπηρεσίας χωρίς την χορηγηθείσα υπηρεσιακή στολή.

ε. Απρεπή συμπεριφορά προς επιβάτη ή ιεραρχικά Προϊστάμενο στο οικείο ΚΤΕΛ.

στ. Αμέλεια ή επιπολαιότητα στην εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων, από την οποία προκλήθηκε περιορισμένος κίνδυνος στην ασφάλεια των μεταφορών ή ελαφρά διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας του δικτύου κίνησης ή μικρή βλάβη στα συμφέροντα του ΚΤΕΛ.

ζ. Παράβαση εγκυκλίου ή εντολής αρμοδίων οργάνων του ΚΤΕΛ.

η. Ψευδής επίκληση ασθένειας.

4. Η ποινή αργίας τριών (3) έως και πέντε (5) ημερών επιβάλλεται για:

α. Υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των εννέα (9) μηνών από την επιβολή της ποινής αυτής.

β. Αδικαιολόγητη απουσία δύο (2) συνεχόμενων ημερών.

γ. Παράλειψη παράδοσης στο ΚΤΕΛ αντικειμένων που βρέθηκαν εντός των λεωφορείων, στα γραφεία, στα εκδοτήρια, στα σταθμαρχεία και στις λοιπές εγκαταστάσεις του ΚΤΕΛ.

δ. Εκπρόθεσμη αναγγελία τροχαίου ατυχήματος ή παράλειψη υποβολής δήλωσης ατυχήματος.

ε. Αλλαγή διαδρομής λεωφορείου που διαπιστώνεται, χωρίς να συντρέχει λόγος ασφάλειας ή παρακώλυσης εκτέλεσης του δρομολογίου στην προβλεπόμενη διαδρομή.

στ. Καθυστέρηση κατάθεσης στο ταμείο του ΚΤΕΛ των εισπράξεων που πραγματοποιήθηκαν.

ζ. Μη τοποθέτηση της ορθής πινακίδας προορισμού ή των φωτεινών επιγραφών.

5. Η ποινή της αργίας έξι (6) έως και δέκα πέντε (15) ημερών επιβάλλεται για:

α. Υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα (12) μηνών από την επιβολή της ποινής αυτής.

β. Αδικαιολόγητη απουσία τριών (3) συνεχόμενων ημερών.

γ. Μη χορήγηση εισιτηρίου σε επιβάτη και μη καταχώριση στο οικείο φύλλο καταγραφής εισιτηρίων, παρά την είσπραξη του προβλεπόμενου κομίστρου ή μέρους αυτού.

δ. Μη επιστροφή σε επιβάτη των υπολοίπων (ρέστα).

ε. Αποδοχή από τους Προϊσταμένους δώρων ή δανείων από τους υφισταμένους.

στ. Παράλειψη αναφοράς παραπτωμάτων υφισταμένων.

ζ. Παρότρυνση επιβάτη να μην καταβάλει το αντίτιμο του εισιτηρίου του.

η. Μη παραλαβή επιβατών από ενδιάμεσες στάσεις.

θ. Εξύβριση ή επίθεση κατά επιβάτη ή άλλου εργαζομένου στο ΚΤΕΛ ή οργάνων διοίκησης του ΚΤΕΛ, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή εκτός αυτής, εφόσον τα κίνητρα της πράξης οφείλονται σε αίτια περί την υπηρεσία ή η συμπεριφορά αυτή έλαβε χώρα σε χώρους και κατά τη περίοδο λειτουργίας του ΚΤΕΛ.

ι. Παράνομη οδήγηση ή απλώς μετακίνηση λεωφορείου από εργαζόμενο που στερείται άδειας οδήγησης ανάλογης κατηγορίας.

6. Η ποινή της αργίας δεκαέξι (16) έως και τριάντα (30) ημερών επιβάλλεται για:

α. Υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των δέκα οκτώ (18) μηνών από την επιβολή της ποινής αυτής.

β. Αδικαιολόγητη απουσία τεσσάρων (4) συνεχόμενων ημερών.

γ. Σοβαρή παράλειψη καθήκοντοςχάριν προσωπικού συμφέροντος ή χάριν συμφέροντος τρίτου.

δ. Αποδοχή ή ενέργειες παροχής οποιασδήποτε υλικής μη νόμιμης αμοιβής από πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται υπηρεσιακά.

ε. Άμεση ή έμμεση (μέσω τρίτου προσώπου) συμμετοχή σε δημοπρασία ή προμήθεια του ΚΤΕΛ.

στ. Μη χορήγηση, σε περισσότερους του ενός επιβάτες, εισιτηρίων και μη καταχώριση αυτών, αν και εισπράχθηκε το ανάλογο αντίτιμο ή μέρος αυτού.

ζ. Δόλια φθορά πραγμάτων που ανήκουν στο ΚΤΕΛ ή βαριά αμέλεια για τη συντήρησή τους.

η. Αναληθή υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση σχετικά με τα στοιχεία τα αφορώντα το μητρώο του προσωπικού.

7. Η ποινή της αργίας τριάντα μιας (31) έως και εξήντα (60) ημερών επιβάλλεται για:

α. Υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών από την επιβολή της ποινής αυτής.

β. Αδικαιολόγητη απουσία πέντε (5) συνεχόμενων ημερών.

γ. Παραποίηση της ημερήσιας κατάστασης εισιτηρίων ή αλλοίωση ιατρικής βεβαίωσης και λοιπών στοιχείων αφορώντων τη λειτουργία του ΚΤΕΛ ή τις σχέσεις εργαζόμενου – ΚΤΕΛ, εφόσον υποβλήθηκε μήνυση στον αρμόδιο εισαγγελέα.

δ. Καθυστέρηση παράδοσης εισπράξεων στο ΚΤΕΛ άνω των πέντε (5) εργασίμων ημερών.

ε. Εγκατάλειψη οχήματος κατά τη διάρκεια μεταφοράς επιβατών σε εκτέλεση διατεταγμένου δρομολογίου.

στ. Χορήγηση σε επιβάτες πλαστών εισιτηρίων ή ακαταχώριστων στο φύλλο πορείας.

8. Η ποινή της οριστικής απόλυσης επιβάλλεται για:

α. Υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ετών από την επιβολή της ποινής αυτής.

β.Υπεξαίρεση εισπράξεων, αποσκευών και αντικειμένων ανηκόντων σε τρίτους ή το ΚΤΕΛ, για την οποία υποβλήθηκε μήνυση στον αρμόδιο Εισαγγελέα.

γ. Κλοπή, κατάχρηση, απιστία, δωροληψία, εφόσον υποβλήθηκε μήνυση στον αρμόδιο Εισαγγελέα.

δ. Αδικαιολόγητη απουσία πάνω από πέντε (5) συνεχόμενες ημέρες ή πάνω από είκοσι (20) μη συνεχόμενες εντός του αυτού έτους.

ε. Αποδεδειγμένη χρήση ναρκωτικών.

ζ. Μέθη, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας.

9. Για παραπτώματα που δεν καταγράφονται παραπάνω ρητά επιβάλλεται η ποινή που προβλέπεται για τα μάλλον συγγενή παραπτώματα κατά την κρίση του αρμοδίου για την επιβολή της ποινής πειθαρχικού οργάνου.

Άρθρο 21
Έφεση

1. Σε έφεση υπόκειται οι αποφάσεις που επιβάλλουν τις ποινές των περιπτώσεων ε, στ, ζ και η της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του παρόντος κεφαλαίου.

2. Η έφεση ασκείται ενώπιον του Συμβουλίου Εφέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του παρόντος εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την επίδοση της απόφασης στον τιμωρηθέντα. Αποδεικτικό της επίδοσης της πειθαρχικής απόφασης κρατείται στον υπηρεσιακό φάκελο του υπαλλήλου, με ευθύνη των αρμοδίων οργάνων του οικείου ΚΤΕΛ.

3. Η έφεση εκδικάζεται εντός δύο (2) μηνών από την άσκησή της και η απόφαση επί της εφέσεως είναι τελεσίδικη.

4. Η άσκηση της έφεσης, αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως.

5. Ο εργαζόμενος που ασκεί έφεση κατά πειθαρχικής αποφάσεως δύναται να παρουσιασθεί αυτοπροσώπως ή να εκπροσωπηθεί με πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου Εφέσεων.

Άρθρο 22
Σύνθεση Πειθαρχικού Συμβουλίου και Συμβουλίου
Εφέσεων

1. Όταν το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου ΚΤΕΛ λειτουργεί ως πειθαρχικό συμβούλιο, στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου συμμετέχει με δικαίωμα ψήφου ο εκπρόσωπος των Εργαζομένων του άρθρου 25 του παρόντος Κανονισμού ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει για την εκδίκαση των πειθαρχικών παραβάσεων και χωρίς την παρουσία του εκπροσώπου των εργαζομένων, υπό την προϋπόθεση ότι η πρόσκληση συνεδρίασης, με τις προς συζήτηση πειθαρχικές παραβάσεις, έχει κοινοποιηθεί στον ελεγχόμενο και στον εκπρόσωπο των εργαζομένων τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες προ της συνεδριάσεως.

2. Το Συμβούλιο Εφέσεων αποτελείται από τα εξής μέλη:

α. Τον Προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών, που έχει έδρα το ΚΤΕΛ, ως Πρόεδρο, αναπληρούμενο, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, από το νόμιμο αναπληρωτή του.

β. Τον Προϊστάμενο της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας,που έχει έδρα το ΚΤΕΛ, αναπληρούμενο, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, από το νόμιμο αναπληρωτή του.

γ. Δύο (2) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου ΚΤΕΛ, που ορίζονται (με τους αναπληρωτές τους) με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ.

δ. Τον Εκπρόσωπο των Εργαζομένων του άρθρου 25 του παρόντος Κανονισμού ή το νόμιμο αναπληρωτή του. Το Συμβούλιο Εφέσεων συνεδριάζει μετά από γραπτή πρόσκληση του Προέδρου, η οποία κοινοποιείται στα μέλη αυτού και στον προσφεύγοντα εργαζόμενο τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες προ της ημερομηνίας συνεδρίασης. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον τριών (3) μελών, ένα εκ των οποίων πρέπει να είναι ο Πρόεδρος ή ο νόμιμος αναπληρωτής του.

3. Σε περίπτωση ισοψηφίας, κατά τη λήψη αποφάσεων επιβολής πειθαρχικών ποινών από τα συμβούλια των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

4. Η αποζημίωση του Προέδρου, των μελών και του γραμματέα του Συμβουλίου Εφέσεων ορίζονται ίσες με τις αποζημιώσεις των συλλογικών οργάνων του άρθρου 18 του Ν. 1505/1984 (Ά 194), όπως κάθε φορά ισχύει και βαρύνει τις γενικές δαπάνες του οικείου ΚΤΕΛ.

5. Η γραμματειακή υποστήριξη του Συμβουλίου Εφέσεων γίνεται από Γραμματέα που ορίζεται από τον Προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών, που έχει έδρα το ΚΤΕΛ.

6. Το Συμβούλιο Εφέσεων μπορεί να εξετάζει και μάρτυρες που προτείνει το ΚΤΕΛ ή ο εργαζόμενος.

7. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ο εκκαλών ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, που δύνανται να παρίστανται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Αθήνα, 24 Νοεμβρίου 2006

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ
ΣΑΒΒΑΣ ΤΣΙΤΟΥΡΙΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΙΑΠΗΣ